Τις γυναίκες της Ολύμπου μπορεί να τις διακρίνουν πολλά ετερόκλητα και ποικίλα γνωρίσματα, όμως το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της εξωτερικής τους εμφάνισης εξακολουθεί να είναι η παραδοσιακή ενδυμασία. Μια ενδυμασία που, όλο και λιγότερες την φορούν σε καθημερινή βάση, όλες όμως φροντίζουν να την αγαπούν και να την διατηρούν, γαλουχώντας τις μικρότερες να πράττουν το ίδιο. Αποτελεί το κατεξοχήν εξωτερικό αναγνωριστικό στοιχείο του πολιτισμού της Ολύμπου εκτός των γεωγραφικών ορίων της. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι φορές που συναντούμε στις μέρες μας γυναίκες με την παραδοσιακή ενδυμασία στη Ρόδο, στην Αθήνα, ακόμη και στη Ν. Υόρκη. Πρόκειται για ένα σημαντικό κομμάτι του ολυμπίτικου πολιτισμού που έχει κερδίσει το στοίχημα του χρόνου, έχοντας προσαρμοστεί στις ανάγκες που κατά καιρούς εγείρονταν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Dawkins, «Στις αρχές του 20ου αιώνα η Όλυμπος ήταν ήδη το μοναδικό χωριό της Καρπάθου που είχε διατηρήσει τις παραδοσιακές ενδυμασίες των γυναικών».[i]

Το δυσπρόσιτο της περιοχής, η δυσκολία των μετακινήσεων προς τα υπόλοιπα χωριά της Καρπάθου αλλά και στα γύρω νησιά και η σκληρή αγροτική ζωή είχαν ως αποτέλεσμα η Όλυμπος να καταστεί μια κοινωνία αυτάρκης σε εξαιρετικό βαθμό. Δεν εισήγε σχεδόν τίποτα από τις άλλες περιοχές, πλην των κεφαλομάντηλων που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες και των αντρικών (τραγιάσκες, φέσια, καπέλα). Ακόμα και το βαμβάκι που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή των ενδυμάτων τους το έσπερναν οι ίδιοι στα χωράφια τους κατά την χρονιά της αγρανάπαυσης. Σε κάθε σπίτι υπήρχε γούφα[ii] και οι γυναίκες ύφαιναν τα νήματα και έφτιαχναν μόνες τους τα ενδύματα όλης της οικογένειας. Ακριβώς αυτή η αυτάρκεια -σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής- ήταν που συνετέλεσε, ώστε η Όλυμπος να έχει τη δική της γυναικεία φορεσιά, διαφορετική από εκείνη των υπόλοιπων χωριών της Καρπάθου.

FORESIA1

Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά της Ολύμπου θα ήταν ακατόρθωτο να φθάσει ως τις μέρες μας αναλλοίωτη. Όπως άλλωστε καθετί ζωντανό, μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα προκειμένου να επιβιώσει και να διαιωνιστεί.   Ξεκινώντας από τη σύγχρονη μορφή της παρατηρούμε δύο ενδυματολογικούς τύπους: το «καβάι» και το «σακκοφούστανο».[iii] Το «καβάι» (δηλώνοντας με μια λέξη συνεκδοχικά

 

 ολόκληρη τη φορεσιά με ό,τι περιλαμβάνει) είναι το χαρακτηριστικότερο από τα γυναικεία ενδύματα. Το φορούν καθημερινά ορισμένες γυναίκες κοντά στην ηλικία των πενήντα χρόνων που διαμένουν μόνιμα στην Όλυμπο και το Διαφάνι, αλλά και οι γηραιότερες. Αποτελεί την επίσημη εορταστική ενδυμασία που φορούν μικρές και μεγάλες. Αποτελείται από τη βράκα, τον μπούστο, την ποκαμίσα, το καβάι, τη ζώνη, την ποδιά, τα στιβάνια για υποδήματα και στο κεφάλι το μαλλίτικο με τα πλεξούγια.

 

 

 

 

 

FORESIA2

Στις μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις (πανηγύρια, γάμους, χορούς) οι ανύπαντρες κοπέλες φορούν τα «σακκοφούστανά» τους. Αποτελείται από δύο ξεχωριστά κομμάτια: τον σάκκο και τη φούστα, πλούσια διακοσμημένα και τα δύο. Την ενδυμασία ολοκληρώνει η ποδιά, στο κεφάλι το τεγρεμί με τα πλεξούγια και ως υποδήματα φορούν τις παντόφλες. Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι με τη σημερινή του μορφή το «σακκοφούστανο» καθιερώθηκε τις πρώτες δεκαετίες του ’20ου αιώνα. Συνεπώς, πρόκειται για πολύ νεότερη ενδυμασία συγκριτικά με το «καβάι», του οποίου η ύπαρξη χάνεται στα βάθη του χρόνου. 

 

 

 

 

 

 

 

 

FORESIA3

Πρόκειται για φορεσιές που έχουν αντέξει στο πέρασμα του χρόνου, καθώς μετρούν πολλούς αιώνες ζωής. Φυσικά, έχουν υπάρξει αλλαγές ως προς τα υλικά που χρησιμοποιούνται αλλά και στα διακοσμητικά στοιχεία τους, όμως αυτές οι αλλαγές δεν ήταν συθέμελες. Εκείνα που έχουν εκλείψει είναι το μπέλλινο καβάι με το κοντόχι ή χρουσοκόντοχο.[iv] Η πολυτελής αυτή γυναικεία φορεσιά έχει πάψει να χρησιμοποιείται ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα. Κατασκευασμένο από μπέλλα, δηλαδή από ακριβό μεταξωτό

 κόκκινου χρώματος φερμένο από την Ανατολή, συσχετίζεται με την οικονομική ευμάρεια που γνώρισε η Όλυμπος τον 18ο αιώνα. Συνολικά, δεν πρέπει να υπήρχαν περισσότερα από 15, αφού τα φορούσαν μόνο οι κανακαριές και μόνο σε επίσημες περιστάσεις. Εγκαταλείφθηκε, ωστόσο, μέσα σε μερικές δεκαετίες. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη αν αναλογιστεί κανείς ότι η εντυπωσιακή αυτή ενδυμασία δεν ήταν πατροπαράδοτη, γι’ αυτό και η παραδοσιακή κοινωνία της Ολύμπου την απέβαλε.  

Άμεσα συνδεδεμένα με την εξέλιξη της φορεσιάς είναι τα στοιχεία εκείνα που άλλαξαν, αλλοιώθηκαν και με τη νέα τους μορφή συνεχίζουν στις μέρες μας. Οι μεγαλύτερες αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες έχουν παρατηρηθεί στα διακοσμητικά στοιχεία και στα κοσμήματα, απαραίτητα συμπληρώματα της ενδυμασίας. Αναφορικά με τα διακοσμητικά στοιχεία, παρατηρείται από τα μέσα του 20ου αιώνα μια υπερφόρτωση της φορεσιάς. Η τάση επίδειξης έχει οδηγήσει στην χρήση υπερβολικά στολισμένων υφασμάτων, ενώ παρατηρείται και μια υπερβολή στην παραδοσιακή κεντητική τέχνη.

 

 

 

 

 

FORESIA4

 Την πρώτη τους εμφάνιση έκαναν, όμως, τις τελευταίες δεκαετίες (λίγο μετά τη δεκαετία του ’60) μικρά διακοσμητικά κρυστάλλινα σφαιρίδια, τα λεγόμενα «σβαροφσκάκια»[v],

εισηγμένα από τους ομογενείς που ζούσαν στην Αμερική ή τον Καναδά. Χρησιμοποιούνται είτε ως συμπληρωματικό κολιέ είτε ως στολίδια στα μαλλίτικα.

 

 

FORESIA5

που αποτελείται από 4 σειρές ασημένιες σταγόνες. Στην άκρη του βρισκόταν το γκόρφι. Τέλος, η φούντα ή ασημόφουντα ή πλεξούα κρεμιόταν από τις δυο πλευρές του λαιμού ως τη μέση. Την αποτελούσαν ασημένιοι κύλινδροι, τα μασούρια, και ασημένιες σφαίρες, τα καρύα ή μποττόνια.

Σταδιακά καταργήθηκαν τα ασήμια και από τις πρώτες δεκαετίες της ιταλοκρατίας εμφανίστηκαν οι κολαΐνες. Ξεκίνησαν από εννέα χρυσά νομίσματα περασμένα από μια κοντή χρυσή αλυσίδα και σιγά-σιγά έφτασαν στη σημερινή τους μορφή.[vii] Φαίνεται ότι τόση εντύπωση έκανε αυτή η επίδειξη χρυσού (η οποία μόνον στην Όλυμπο επιβίωσε), ώστε να δημοσιευθεί σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Αυγή Δωδεκανησιακή, φ. 355, σελ 3 (13 Σεπτ. 1936) στο οποίο ο συντάκτης του άρθρου και διευθυντής της εφημερίδας Μιλτιάδης Παπαμανώλης με καταγωγή από τη Βολάδα θεωρεί σκόπιμο να συμβουλεύσει τους Ολυμπίτες πώς να διαχειριστούν την εισροή χρυσού. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

 «Ας ελπίσωμεν, τώρα που επιτρέπει η Περσία εις τους ξένους να εξάγουν έκαστος εξ αυτών κατά μήνα δώδεκα λίρας, ότι θα μας έλθουν πολλαί λίραι […] Ας ευχηθώμεν επίσης να μην εξοδευθούν τα χρήματα αυτά εις ματαιοδοξίας και ανοησίας, όπως εδαπανίσθη το χρήμα της Αμερικής, και να μη κρεμασθούν στον λαιμό πάλιν λίραι και πεντόλιραι όπως άλλοτε, αλλά να τοποθετηθούν εις ασφαλείς επιχειρήσεις όπως λ.χ. εις αγοράν

σπιτιών εις Αθήνας, εις Ρόδον και αλλαχού».

 

FORESIA6

Η οικονομική ευπραγία των Ολυμπιτών (οι περισσότεροι από τους οποίους ξενιτεύτηκαν εκείνη την εποχή), η τάση του ανταγωνισμού και της επίδειξης οδήγησαν στην εμφάνιση κολαϊνών με 300, ακόμη και 400 λίρες ήδη στη δεκαετία του ’60. Την ίδια δεκαετία ειπώθηκε η ακόλουθη χαρακτηριστική μαντινάδα, της οποίας ο συνθέτης προτρέπει όσα κορίτσια διαθέτουν τόσο μεγάλα ποσά να τα ξοδέψουν για τον εαυτό τους και όχι να τα παραδώσουν στους γαμπρούς:

        Τώρα ’υρεύgουν οι ’αμπροί όλοι τρακόσες λίρες,

Κόρες απού τις έχετε, φάτε τες κακομοίρες![viii]

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι μπορεί ο εκάστοτε σύζυγος να ήταν διαχειριστής της περιουσίας της γυναίκας του, σχεδόν ποτέ όμως δεν προχωρούσε στην εκποίηση ή την κακοδιαχείρισή της. Μάλιστα, κατά την προικοδότηση του ζευγαριού, λίγο πριν την τέλεση του μυστηρίου του γάμου, τα χρυσά (λίρες ή πεντόλιρες), τα χρεωστικά ομόλογα και οποιοδήποτε χρηματικό ποσό σε μετρητά έδινε ο πατέρας της νύφης, αυτά αναφέρονταν με τον χαρακτηρισμό τα «σί(γ)ουρα».[ix] Δηλαδή, αυτό το κομμάτι της κινητής περιουσίας ήταν σίγουρο, ο γαμπρός δεν μπορούσε να το εκμεταλλευτεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Ο προορισμός τους ήταν να παραδοθούν στην πρώτη κόρη του ζευγαριού. Στην περίπτωση που ο σύζυγος εκποιούσε τα χρυσά της γυναίκας του κινδύνευε να χαρακτηριστεί ως «φαοπρουκάς» ή «ξεπουλιάρης».[x] Η κοινωνική κατακραυγή ήταν δεδομένη και ανηλεής. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι δεν θα παρουσιαζόταν μία ώρα ανάγκης, μία δύσκολη στιγμή για την οικογένεια που θα υπήρχε άμεση ανάγκη από μετρητά. Μόνο τότε μπορούσε ο σύζυγος να δανειστεί, ουσιαστικά, εκείνα που χρειαζόταν η οικογένεια, με την προϋπόθεση να «υποθηκεύσει» στη σύζυγό του μέρος της δικής του πατρογονικής περιουσίας ίσης αξίας με εκείνης που χρειάστηκε.[xi] Με την πρώτη ευκαιρία αποκαθιστούσε τα χρήματα ή τα χρυσά κοσμήματα, τα οποία κληροδοτούσαν στην πρωτοκόρη.  

Παρόλο που η κολαΐνα δεν αποτελούσε αρχικό κομμάτι της φορεσιάς αλλά μια προσθήκη των τελευταίων δεκαετιών, έχει ενσωματωθεί πλήρως σε αυτήν και αντιμετωπίζεται με μεγάλο σεβασμό, καθώς κληροδοτείται από γενιά σε γενιά.  

Κλείνοντας, η φορεσιά της Ολύμπου δεν έχει να κάνει μόνο με τα υφάσματα και με τα κομμάτια από το οποία αποτελείται. Δεν είναι οι αλλαγές, οι αλλοιώσεις, οι προσθήκες και οι αφαιρέσεις που έχει υποστεί. Είναι κάτι παραπάνω από την αισθητική της αξία. Έχει να κάνει με τα συναισθήματα που προκαλεί όταν την βλέπουμε και όταν την φοράμε. Αίγλη, δέος, έγερση των πιο ευγενών αισθημάτων. Είναι η περηφάνια. Είναι η αίσθηση που έχουμε όταν γυρνάμε σπίτι μας, εκεί που ανήκουμε.

Και αυτό το τελευταίο είναι το στοίχημα που πρέπει κερδίσουμε, ώστε να συνεχίζουν να νιώθουν το ίδιο και οι επόμενες γενιές.

 

[i] Dawkins, R. M. (1902-1903). Notes from Karpathos. The Annual of the British School at Athens, 9:109, όπως αναφέρεται στο: Μακρής, Ν. (2013). Λαογραφικά Ολύμπου Καρπάθου, Θέματα Υλικού και Κοινωνικού Βίου. Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών, Σειρά Αυτοτελών Εκδόσεων Αρ.7, σελ. 131.

[ii] Μακρής, Ν. (2013). Λαογραφικά Ολύμπου Καρπάθου, Θέματα Υλικού και Κοινωνικού Βίου. Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών, Σειρά Αυτοτελών Εκδόσεων Αρ.7, σελ. 161.

[iii] Αναλυτικότερα για τα μέρη και τα υφάσματα της γυναικείας φορεσιάς παραπέμπουμε στο: Μακρής, Ν. (2013). Λαογραφικά Ολύμπου Καρπάθου, Θέματα Υλικού και Κοινωνικού Βίου. Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών, Σειρά Αυτοτελών Εκδόσεων Αρ.7, σελ. 145-155.

[iv] Μακρής, Ν. (2013). Λαογραφικά Ολύμπου Καρπάθου, Θέματα Υλικού και Κοινωνικού Βίου. Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών, Σειρά Αυτοτελών Εκδόσεων Αρ.7, σελ. 159-164.

[v] Ό.π. σελ. 170.

[vi] Ό.π. σελ. 167-168.

[vii] Σκιαδά, Βιργινία (1992). Πολιτισμική αλλαγή και υλικός πολιτισμός. Η κοινωνική ιστορία της «κολαΐνας» στην Όλυμπο Καρπάθου, Εθνολογία 1, σελ. 90, 94.

[viii] Χαρακτηριστική μαντινάδα από τη δεκαετία του ’60. Βλ. Μακρής, Ν., ό.π., σελ. 169.

[ix] Βλ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, (1972). Το κληρονομικόν έθιμον των κανακάρηδων εν Δωδεκανήσω, Λαογραφία, τ. 28, σελ. 170 και Κόνσολας, Νικίας (1964). Λαογραφικά Ολύμπου Καρπάθου, Λαογραφία ΚΑ’, σελ. 247.

[x] Σκιαδά, Βιργινία (1992), ό.π., σελ. 98 υποσημ.

[xi] Μακρής, Νικ. (2013), ό.π., σελ. 769.

Υπεύθυνοι Σελίδας

ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΜΗΝΑΤΣΗΣ
ΜΑΝΟΛΗΣ Μ. ΜΑΚΡΗΣ
ΝΙΚΟΣ Μ. ΜΑΚΡΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ Ε. ΠΥΡΓΟΣ

Συνεργάτες

ΣΟΦΙΑ Ε. ΒΑΣΙΛΑΡΑΚΗ
ΜΑΡΙΑ Κ. ΠΑΧΟΥΛΗ
ΜΑΡΙΑ Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ
ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ Γ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ
ΕΙΡΗΝΗ Κ. ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ Β. ΝΙΚΗΤΑΣ